ἐρινασμός

ἐρῑν-ασμός, ,
A caprification, Thphr.CP2.9.5, HP2.8.1.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐρινασμός — caprification masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερινασμός — ο (AM ἐρινασμός) [ερινάζω] (γεωπ.) η τεχνητή γονιμοποίηση ήμερης συκιάς με την ανάρτηση στα κλαδιά της καρπών άγριας συκιάς, κν. όρνισμα ή ρίνιασμα …   Dictionary of Greek

  • ἐρινασμοῦ — ἐρινασμός caprification masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρινασμῶν — ἐρινασμός caprification masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρινασμῷ — ἐρινασμός caprification masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐρινασμόν — ἐρινασμός caprification masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ερίνιασμα — και όρνιασμα, το ο ερινασμός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ερινιάζω, βλ. λ. ερινάζω] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.